Ο David Bowie δεν ήταν ποτέ απλώς ένας μουσικός που ακολούθησε τις τάσεις της εποχής του. Από την αρχή της πορείας του φαινόταν πως τον απασχολούσαν βαθύτερα ερωτήματα γύρω από τη ζωή, τον χρόνο και την ανθρώπινη αγωνία. Η νέα βιογραφία David Bowie and the Search for Life, Death and God φωτίζει αυτή ακριβώς τη διάσταση, παρουσιάζοντας τον καλλιτέχνη ως μια μορφή που αντιλήφθηκε νωρίς τη ρευστότητα του σύγχρονου κόσμου και τη μετέτρεψε σε τέχνη.
Για δεκαετίες, ο David Bowie κινούνταν πέρα από τα όρια της μουσικής βιομηχανίας. Δεν αρκέστηκε ποτέ στον ρόλο του επιτυχημένου καλλιτέχνη, ούτε αντιμετώπισε τη δημιουργία ως επανάληψη μιας συνταγής που αποδίδει. Κάθε του περίοδος έμοιαζε με εσωτερική μετακίνηση, σαν να άλλαζε όχι μόνο ήχο αλλά τρόπο σκέψης. Η νέα βιογραφία του Peter Ormerod προσεγγίζει αυτή τη διαδρομή όχι μέσα από χρονολογίες και επιτυχίες, αλλά μέσα από την ανάγκη του Bowie να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του.
Μετά τον θάνατο του David Bowie το 2016, πολλοί ένιωσαν πως κάτι έλειψε από το πολιτισμικό τοπίο. Δεν επρόκειτο μόνο για την απώλεια ενός μεγάλου καλλιτέχνη, αλλά για την απουσία μιας φωνής που έμοιαζε να ερμηνεύει όσα δεν μπορούσαν ακόμη να ειπωθούν. Σύμφωνα με το βιβλίο, αυτή η αίσθηση δεν είναι τυχαία. Ο Bowie δεν ανήκε σε έναν κόσμο που χάθηκε, αλλά σε εκείνον που ερχόταν.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Bowie έδειχνε να αντιλαμβάνεται πως η εποχή της σιγουριάς τελείωνε. Η ιδέα της προόδου δεν τον καθησύχαζε. Αντίθετα, έβλεπε το μέλλον σαν μια ακολουθία ρωγμών. Πολύ πριν η καθημερινότητα γεμίσει με ψηφιακή κόπωση, αντιπαραθέσεις και αίσθηση μόνιμης έντασης, είχε κατανοήσει ότι η τεχνολογία δεν θα λειτουργούσε μόνο απελευθερωτικά, αλλά και διαλυτικά για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Αυτή η ματιά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο σύνολο του έργου του. Από το Space Oddity μέχρι το Blackstar, ο κόσμος που περιγράφεται δεν είναι ποτέ σταθερός. Κάτι πάντα κινείται από κάτω. Οι χαρακτήρες του αιωρούνται, χάνονται, αναζητούν ταυτότητα. Δεν πρόκειται για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αλλά για συναισθηματικούς χάρτες μιας κοινωνίας που νιώθει ότι χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της.
Ήδη από την εποχή του Diamond Dogs, ο Bowie μιλούσε για μια πραγματικότητα όπου η βία και η αποξένωση παύουν να προκαλούν έκπληξη. Δεν παρουσίαζε έναν μακρινό εφιάλτη, αλλά μια καθημερινότητα που σταδιακά απογυμνώνεται από νόημα. Το βιβλίο του Ormerod δείχνει πως αυτή η προσέγγιση δεν ήταν αισθητική επιλογή, αλλά αποτέλεσμα βαθιάς υπαρξιακής ανησυχίας.
👉 Διαβάστε Επίσης: Ο David Bowie πλήρωσε για ένα πάρκινγκ: Η συγκινητική ιστορία πίσω από το τελευταίο του δώρο
Ο συγγραφέας εστιάζει ιδιαίτερα στην πνευματική πλευρά του David Bowie. Όχι με τη στενή έννοια της θρησκείας, αλλά ως μια συνεχή ανάγκη εσωτερικής αναζήτησης. Από την παιδική του ηλικία ήρθε σε επαφή με την αγγλικανική παράδοση, τραγουδώντας στη χορωδία της εκκλησίας του Αγίου Μάρκου στο Bromley. Εκεί γεννήθηκε για πρώτη φορά η σχέση του με τη σιωπή, τον ρυθμό και τη συλλογική εμπειρία.
Αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, στράφηκε στον Θιβετιανό Βουδισμό, αναζητώντας έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης του εαυτού. Την ίδια περίοδο άρχισε να μελετά και πιο σκοτεινά φιλοσοφικά ρεύματα, αγγίζοντας τον αποκρυφισμό και τις ιδέες του Aleister Crowley. Όλες αυτές οι διαδρομές δεν παρουσιάζονται στο βιβλίο ως μόδες ή περιέργειες, αλλά ως κομμάτια μιας εσωτερικής ανησυχίας που δεν έβρισκε εύκολα ανάπαυση.
Ο Bowie δεν αναζητούσε ποτέ ένα σύστημα που θα του έδινε έτοιμες απαντήσεις. Τον ενδιέφερε η εμπειρία, όχι η βεβαιότητα. Τα ερωτήματα γύρω από τη φθορά, τον χρόνο και τον θάνατο δεν λειτουργούσαν ως φόβοι προς αποφυγή, αλλά ως κινητήριες δυνάμεις. Η μουσική του δεν προσπαθούσε να απαλύνει αυτά τα θέματα. Τα τοποθετούσε στο κέντρο.
Η ανάλυση του Ormerod γίνεται πιο έντονη όταν φτάνει στα ύστερα έργα του Bowie. Άλμπουμ όπως το Heathen και το The Next Day παρουσιάζονται ως στιγμές εσωτερικού απολογισμού. Το Blackstar, όμως, αποκτά ξεχωριστή θέση. Δεν αντιμετωπίζεται ως αποχαιρετισμός, αλλά ως συνειδητή καλλιτεχνική πράξη. Ένα έργο που κοιτά τον θάνατο χωρίς δραματικότητα, αλλά με απόλυτη διαύγεια.
Σε εκείνη τη φάση της ζωής του, ο Bowie εμφανίζεται πιο ήσυχος, πιο συγκεντρωμένος. Η ανάγκη για ρόλους και μεταμορφώσεις περιορίζεται. Η έκφραση γίνεται λιτή, σχεδόν απέριττη. Για μεγάλο διάστημα της ζωής του ένιωθε απομονωμένος, δυσκολευόταν να δεθεί ουσιαστικά. Αυτή η απόσταση μετατράπηκε σε μια βαθιά εσωτερική νοσταλγία που διαπερνά τη μουσική του.
👉 Διαβάστε Επίσης: David Bowie: Το σπίτι που μεγάλωσε ανοίγει τις πόρτες του στο κοινό
Η αλλαγή έρχεται μέσα από την απλότητα της καθημερινής ζωής. Η οικογένεια, η σταθερότητα και η αποδοχή της ηλικίας λειτουργούν καταλυτικά. Ο Bowie δεν προσπαθεί πια να ξεφύγει από τον χρόνο. Τον παρατηρεί. Τον αποδέχεται. Όταν ερωτήθηκε για την πίστη του, περιέγραψε πως δεν ακολουθούσε συγκεκριμένο θρησκευτικό δρόμο, αλλά ένιωθε βαθιά σύνδεση με την ίδια τη ζωή.
Ο Ormerod εντοπίζει στο έργο του μια στάση άρνησης των απόλυτων ορισμών. Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, τίποτα δεν μένει ακίνητο. Η τέχνη του Bowie μετακινείται διαρκώς, αλλάζει μορφή και αναιρεί τον εαυτό της. Αυτή η συνεχής ρευστότητα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο τελευταίο κομμάτι του Blackstar, όπου η ένταση κορυφώνεται χωρίς να προσφέρει κάθαρση.
Για τον συγγραφέα, αυτή η στάση θυμίζει παλιές μυστικιστικές παραδόσεις, όπου η αλήθεια δεν διατυπώνεται άμεσα, αλλά υπονοείται. Ο Bowie δεν εξηγεί ποτέ τι πρέπει να νιώσει ο ακροατής. Αφήνει χώρο. Προκαλεί σκέψη. Η μουσική του δεν καθοδηγεί, συνοδεύει.
Σημαντικό μέρος του βιβλίου αφορά και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται σήμερα το φαινόμενο Bowie. Οι θαυμαστές του δεν λειτουργούν απλώς ως κοινό. Η σχέση τους με το έργο του έχει τελετουργικά στοιχεία. Το αρχείο του στο V&A East μοιάζει περισσότερο με χώρο μνήμης παρά με απλή έκθεση. Η επίσκεψη εκεί μετατρέπεται σε ανάγκη σύνδεσης με κάτι διαχρονικό.
👉 Διαβάστε Επίσης: Δέκα χρόνια χωρίς τον David Bowie – Γιατί ο άνθρωπος που άλλαξε τη μουσική δεν έφυγε ποτέ πραγματικά
Ο ίδιος ο Ormerod περιγράφει την ακρόαση της μουσικής του Bowie ως πράξη συγκέντρωσης. Μια στιγμή παύσης μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας. Όχι θρησκεία, αλλά προσωπική άσκηση. Η μουσική του δεν επηρεάστηκε απλώς από πνευματικές αναζητήσεις. Δημιούργησε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο ακροατής μπορεί να σταθεί απέναντι στον φόβο χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα.
Το David Bowie and the Search for Life, Death and God δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει τον καλλιτέχνη. Τον παρουσιάζει ανθρώπινο, γεμάτο αμφιβολίες και εσωτερικές συγκρούσεις. Και ακριβώς μέσα από αυτές τις ρωγμές αναδεικνύεται η δύναμη του έργου του. Δεν υπόσχεται λύτρωση. Προσφέρει κατανόηση. Δεν χαϊδεύει. Συνοδεύει.
Μέσα στο κείμενο, ο David Bowie δεν εμφανίζεται ως μύθος ή είδωλο, αλλά ως μια διαρκής ερώτηση. Ένας δημιουργός που εξακολουθεί να συνομιλεί με τον σύγχρονο κόσμο, όχι από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον που ήδη ζούμε.